Πληροφορίες Συγγραφέα

Στάθης Κυρίτσης
Στάθης Κυρίτσης
Ιντριγκαρισμένος από ιστορίες μυστηρίου, άρχισα να γράφω τις δικές μου. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες όπου όλα μπλέκονται.

Έργα του Συγγραφέα

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μίλα σιγά
Το ξυπνητήρι από το κινητό βούιξε στα αφτιά του Κωστή. Ασυνείδητα σχεδόν άπλωσε το χέρι, το έκλεισε και ενεργοποίησε τη συσκευή. Είχε ήδη πάει εννιά. Δεν είχε κάτι ιδιαίτερο να κάνει, πάντα όμως ήθελε να ξυπνάει σχετικά νωρίς. Και το έκανε χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Στριφογύρισε λίγο ακόμη στο κρεβάτι και τεντώθηκε.
Άνοιξε τα μάτια κι αφουγκράστηκε το σπίτι. Ησυχία. Ήταν μόνος. Ο Χάρης θα είχε πάει ήδη στο εργαστήριο. Πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει καφέ. Το μετάνιωσε, έβαλε ένα ποτήρι γάλα. Με το γάλα στο χέρι έκανε ένα γύρο το σπίτι κι άνοιξε τα παράθυρα να αεριστεί ο χώρος. Άνοιξε την τηλεόραση και γρήγορα την ξανάκλεισε. Καθωσπρέπει ενημερωτικές εκπομπές με καλεσμένους της κυβέρνησης και των μεγαλύτερων κομμάτων να φωνάζουν και να τσακώνονται για μικροπράγματα και στην ουσία να μη λένε τίποτα. «Κατινιές!» σκέφτηκε. Άνοιξε το λάπτοπ και μπήκε στο μέιλ του. Δεν είχε τίποτα καινούριο πέρα από ένα μήνυμα με προτεινόμενες αγγελίες που θα ταίριαζαν υποτίθεται στα προσόντα του. Το άφησε να περιμένει κι άνοιξε μια νέα καρτέλα, για λίγη κανονική ενημέρωση. Μπήκε σε μια πιο οικονομική σελίδα κι έπειτα σε μια σατιρική.
Βαρέθηκε, είπε να δει κι εκείνο το μέιλ με τις αγγελίες. Παντού πωλήσεις B2B και B2C, marketing υποτίθεται και πολλά χρόνια εμπειρίας. Τίποτα για τον ίδιο. Βαρέθηκε, διαφορετικά τώρα. Όλο τα ίδια και τα ίδια.
Κόντευε δώδεκα. Πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει το φαγητό. Μόλις το έβαλε στο φούρνο, ετοιμάστηκε να πάει για μερικά ψώνια. Θα γύριζε εγκαίρως, έλεγε. Και όντως, σπάνια έβγαινε εκτός προγράμματος σε τέτοια θέματα. Τώρα ήταν η ώρα του καφέ. Ετοίμασε την καφετιέρα, έριξε μια ματιά στο φούρνο κι άρχισε να τακτοποιεί τα ψώνια. Άνοιξε την τηλεόραση κι έστριψε ένα τσιγάρο. Θα περνούσαν ώρες μέχρι να γυρίσει ο φίλος του.
Το κινητό του χτύπησε. Ο τυπικός ήχος κλήσης που πλέον δεν έμπαινε στον κόπο να αλλάξει με την εισαγωγή κάποιου αγαπημένου τραγουδιού. Έσκυψε πάνω από την οθόνη. Ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι και η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Έκανε μια πρόβα να μιλήσει, αλλά του φάνηκε πολύ δειλός. Ξερόβηξε και το σήκωσε.
«Ναι;»
Δεν πήρε απάντηση. Μόλις είχε κλείσει. Για λίγο αισθάνθηκε ανακουφισμένος με την αναβολή της επικοινωνίας. Ήταν το νούμερο των εκδόσεων Κοκκινάκη. Αναρωτήθηκε, να ήταν για δουλειά ή τον έπαιρνε η Χριστίνα; Μακάρι να ήταν και για τα δύο. Μάλλον για δουλειά, κατέληξε. Θα ξανατηλεφωνούσε ο ίδιος αργότερα. Σε λίγο, να σκεφτεί πώς θα μιλούσε αν το σήκωνε εκείνη. Δεν πρόλαβε και το τηλέφωνο ξαναχτύπησε.
«Ναι;»
«Κωστή; Η Χριστίνα είμαι».
Παύση.
«Ναι, σε κατάλαβα. Τι γίνεται;»
«Καλά, εσύ;» Και, χωρίς να περιμένει απάντηση, συνέχισε «Σε παίρνω για ένα καινούριο βιβλίο, θα μπορέσεις;»
«Ναι, βέβαια! Πότε να έρθω;»
«Αύριο, κατά τις έντεκα στο γραφείο είναι καλά;»
«Ναι, θα είμαι εκεί».
«ΟΚ, καλό υπόλοιπο» είπε κι έκλεισε βιαστικά.
Ο Κωστής απέμεινε να κοιτάζει τη σβηστή πια οθόνη. Επιτέλους προέκυπτε δουλειά, πάνω στην ώρα που είχε αρχίσει να ξεμένει. Από την άλλη όμως ανησυχούσε για τη συνάντησή του με τη Χριστίνα, την πρώτη μετά από ένα μήνα.
Αργά το απόγευμα επέστρεψε και ο συγκάτοικός του, ο Χάρης. Του αφηγήθηκε τι είχε προηγηθεί κι εκείνος προσπάθησε να τον εμψυχώσει. Εδώ κι ένα μήνα ήξερε ότι ο φίλος του δεν ήταν και στα καλύτερά του. Από πολλές απόψεις.
«Έλα, ετοιμάσου, στις δέκα θα πάμε για μπύρα με το Γιάννη. Μίλησα το μεσημεράκι».
«Πήγαινε μόνος σου, δεν έχω και πολλή όρεξη».
«Θα κάτσεις να μιζεριάσεις; Σήκω να πάμε τη βόλτα μας».
«Ρε Χάρη, δεν έχω όρεξη. Κι αυτός ο Γιάννης τελευταία με χαλάει κάπως».
«Γιατί; Τι σου έκανε;»
«Τίποτα, απλώς τον βαριέμαι. Από τότε που έπιασε εκείνη τη δουλειά, μόνο γι’ αυτό μιλάει. Σήμερα έκανα αυτό, αύριο θα κάνω το άλλο. Δε με ενδιαφέρει να μάθω όλο του το πρόγραμμα».
«Καλά, μεταξύ μας, δεν έχεις και πολύ άδικο. Φίλος μας είναι όμως τόσα χρόνια. Είναι καινούργια όλα αυτά και δεν έχει κάτι άλλο. Του παίρνει και τόσες ώρες, δεν προλαβαίνει κιόλας να κάνει κάτι άλλο».
«Να σου πω την αλήθεια, τον ζηλεύω ώρες-ώρες. Έχω πήξει εδώ μέσα κι έκανα κάτι παραπάνω από μήνα να πάρω κάτι να ασχοληθώ».
«Τώρα όμως; Από αύριο μάλλον θα έχεις αρκετή δουλειά. Έλα, ετοιμάσου!»
Ο Κωστής σηκώθηκε κάπως απρόθυμα κι ετοιμάστηκαν να βγουν. Ως συνήθως έφτασαν νωρίτερα από το φίλο τους. Βρήκαν να καθίσουν μόνο σε ένα σταντ. Παρήγγειλαν εκείνοι και ύστερα από κάνα εικοσάλεπτο, ήρθε κι ο Γιάννης. Είπαν τα νέα τους, έκαναν το χαβαλέ τους κι ο τελευταίος άρχισε να μιλά πάλι για τη δουλειά. Ευτυχώς την επομένη είχε πρωινό ξύπνημα και το διέλυσαν νωρίς.

Το πρωί ο Κωστής μπήκε για ένα γρήγορο μπάνιο, κοίταξε για λίγο τι θα φορούσε κι έφτιαξε τα μαλλιά του. Ξαφνικά αναπόλησε τα χρόνια που τα είχε μακριά και τα έπιανε το πολύ-πολύ με ένα λαστιχάκι. Ήπιε λίγο καφέ και ξεκίνησε. Παρά τη σχετική ζέστη, περπάτησε μέχρι τον κοντινότερο σταθμό του μετρό και πήγε ως το κέντρο. Κατέβηκε και περπάτησε ως τον εκδοτικό. Χαιρέτησε με ένα νεύμα το θυρωρό και πήρε το ασανσέρ για τον τρίτο όροφο. Η πόρτα του ανελκυστήρα άνοιξε, έκανε δυο βήματα κι έσπρωξε τη γυάλινη πόρτα με το λογότυπο του κυρίου Κοκκινάκη.
«Καλημέρα, Χριστίνα, τι κάνεις;» είπε με ένα αβέβαιο χαμόγελο στη γραμματέα του εκδότη. Ένιωσε τις παλάμες του να ιδρώνουν και τα αφτιά του να παίρνουν φωτιά.
«Καλημέρα. Καλά, εσύ;» του απάντησε μάλλον τυπικά.
«Καλά» απάντησε κι αυτός εγκαταλείποντας το χαμόγελο και παίρνοντας το βλοσυρό του ύφος, καθώς καθόταν στον κρεμ καναπέ δεξιά στην πόρτα.
Την είδε να σηκώνει το τηλέφωνο και να ειδοποιεί το αφεντικό της. Έστρεψε γρήγορα αλλού το βλέμμα μην καταλάβει ότι την κοιτούσε.
«Σε πέντε λεπτά έρχεται» του είπε κι έσκυψε ξανά πάνω στα χαρτιά της.
Αισθανόταν μια έντονη επιθυμία να γυρίσει και να την πλησιάσει. Ήταν όμως αποφασισμένος να μην ενδώσει στην παρόρμησή του. Ώρες-ώρες σκεφτόταν ήταν καλύτερα να αφήνει τον εγωισμό του πιο ελεύθερο.
Η σκούρα, σχεδόν μαύρη πόρτα στα αριστερά του άνοιξε κι ένας άντρας κοντός, με λεπτά χαρακτηριστικά και εκκεντρικό ντύσιμο εμφανίστηκε.
«Κωστή, καλημέρα» ακούστηκε χαρωπή η φωνή του εκδότη.
«Καλημέρα, κύριε Τζώρτζη, τι κάνετε;» απάντησε και σηκώθηκε να πάει προς το μέρος του.
«Τον κύριο Λειβαδίτη τον γνωρίζεις;» τον ρώτησε, καθώς έμπαινε στο γραφείο και του έδειξε έναν άντρα γύρω στα εξήντα, μάλλον κάτι παραπάνω, παχύ, με λευκά μούσια που καθόταν στο δερμάτινο καναπέ απέναντι.
«Όχι προσωπικά μέχρι τώρα».
Ο Τζώρτζης τους σύστησε κι αντάλλαξαν μια γερή χειραψία. Με το που κάθισαν οι τρεις τους στο σαλονάκι του γραφείου, το τηλέφωνο χτύπησε. Ο Τζώρτζης απάντησε και τον είδαν να παίρνει μια γκριμάτσα αποτροπιασμού.
«Έρχομαι, έρχομαι» είπε ταραγμένος και το έκλεισε. «Με συγχωρείτε, αλλά η συνάντηση θα πρέπει να αναβληθεί για άλλη στιγμή. Μόλις έμαθα για έναν παλιό φίλο» είπε κι έσφιξε τα χείλη.
«Φυσικά. Ελπίζω να μην είναι πολύ άσχημα τα νέα σου» απάντησε ο γέρος και σηκώθηκε.
Τον μιμήθηκε και ο Κωστής. Οι τρεις τους βγήκαν από το γραφείο και κατέβηκαν στο ισόγειο.
«Κωστή, μου επιτρέπεις να σου μιλάω στον ενικό έτσι;» είπε ο γέρος.
«Βέβαια, κύριε Λειβαδίτη».
«Κι εσύ μπορείς να με φωνάζεις Μάρκο αν θες» είπε και χαμογέλασε ζεστά. «Τι θα έλεγες να συνεχίσουμε εμείς τη γνωριμία μας πίνοντας έναν καφέ;»
«Ευχαρίστως. Έχετε κάτι συγκεκριμένο στο νου σας;» ρώτησε και συνειδητοποίησε ότι συνέχιζε να του μιλά στον πληθυντικό.

Κατέληξαν σε ένα καφέ σε κάποιον κάθετο της Ερμού. Κάθισαν έξω, κάτω από μια ομπρέλα κι ένα ελαφρύ αεράκι τους δρόσιζε. Οι καφέδες τους δεν άργησαν. Ο Λειβαδίτης παρά τον καιρό είχε παραγγείλει ένα φλιτζάνι γαλλικό που άχνιζε στον αέρα.
«Λοιπόν, δεν ξέρω τι ξέρεις για μένα. Είμαι καθηγητής κοινωνιολογίας και κατά καιρούς έχω γράψει, πέρα από τα ακαδημαϊκά, μερικά άρθρα και δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά. Τώρα έγραψα ένα βιβλίο λογοτεχνικό που μέσα από την ιστορία του εστιάζει στο ρατσισμό και μια κάποια άνοδο της άκρας δεξιάς στη σύγχρονη κοινωνία».
«Πολύ ενδιαφέρον ακούγεται».
«Το ελπίζω. Αλήθεια ποια είναι η δική σου άποψη επί του θέματος;»
Ο Κωστής ήλπιζε πως δεν θα του έκανε μια τέτοια ερώτηση. Δεν ήθελε να μιλά για τέτοια θέματα με ανθρώπους που δεν ήξερε.
«Νομίζω ότι ο ρατσισμός είναι ένα κατάλοιπο από παλιότερες κοινωνίες. Κοινωνίες που αντλούσαν την ισχύ τους για προστασία τους από άλλες παρόμοιες κοινωνίες και ακόμη και επιβολή σε αυτές από μια αίσθηση συνοχής μεταξύ των μελών τους. Και η συνοχή αυτή βασιζόταν σε μια χαλαρή, ίσως και υποθετική, συγγένεια μεταξύ των μελών αυτών. Η συγγένεια αυτή ήταν κάτι που ξεχώριζε τις κοινωνίες και κατά κάποιο τρόπο δικαιολογούσε τον ανταγωνισμό μεταξύ τους».
«Για το σύγχρονο ρατσισμό όμως τι πιστεύεις;»
«Είναι μάλλον ένας τρόπος αποπροσανατολισμού του κόσμου από τα πρωτεύοντα προβλήματα, καταδεικνύοντας τους “ξένους” σαν πηγή των προβλημάτων αυτών, ενώ παράλληλα ανοίγεται ο δρόμος για την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και, κατ’ επέκταση, των συνθηκών διαβίωσης των κανονικών, ας πούμε, πολιτών. Πηγάζει, πιστεύω, από την ημιμάθεια, την ανασφάλεια έναντι του διαφορετικού γενικά και την ανωριμότητα για βαθύτερη ερμηνεία της φύσης των προβλημάτων της κοινωνίας και την ανάληψη δράσης για την αντιμετώπισή τους. Και γι’ αυτό και μπορεί να είναι τόσο χρήσιμος. Χοντρικά».
Ο Λειβαδίτης τον κοιτούσε με ένα μειδίαμα που έδειχνε ενδιαφέρον.
«Μάλλον θα σου αρέσει το βιβλίο» είπε και σηκώθηκε. «Θα μου επιτρέψεις να λείψω για λίγο, η ηλικία βλέπεις».
Ο Κωστής χαμογέλασε. Αισθάνθηκε ότι ο Λειβαδίτης συμφωνούσε σε γενικές γραμμές. Κοίταξε γύρω. Έπιασε έναν άντρα από κάποιο παρακείμενο τραπέζι να ακολουθεί με το βλέμμα το Λειβαδίτη. Το ίδιο κι όταν εκείνος επέστρεφε. Μίλησαν λίγο ακόμη για το βιβλίο, να καταλάβει ο Κωστής το πνεύμα του συγγραφέα κι έπειτα ήταν όλο δικό του. Ωστόσο, στο μυαλό του όλο γύριζε εκείνος ο άντρας. Και του έριχνε πότε-πότε κλεφτές ματιές.
«Κωστή, συμβαίνει κάτι; Βιάζεσαι να φύγεις;»
«Όχι, ίσα-ίσα που η κουβέντα είναι πολύ ενδιαφέρουσα».
«Σίγουρα; Σε βλέπω που κοιτάζεις συνέχεια κάπου πίσω μου».
«Τίποτα, απλώς είναι ένας που σχεδόν δεν παίρνει τα μάτια του από μας. Ή μάλλον εσάς» συμπλήρωσε.
«Ώστε έτσι. Μάλλον έχει πέσει το επίπεδο» είπε και χαμογέλασε.
Ο Κωστής σοβάρεψε απορημένος.
«Μην ανησυχείς. Δεν είναι τίποτα».
«Τον ξέρετε;»
«Τι ώρα;» ρώτησε με πονηρό ύφος.
Ο Κωστής κατάλαβε.
«Στις πέντε».
Ο Λειβαδίτης γύρισε λίγο το κεφάλι κι έψαξε με το βλέμμα. Από την αντανάκλαση σε κάποιο τζάμι κατάλαβε.
«Τον συγκεκριμένο όχι».
«Σας παρακολουθούν;» ρώτησε κάπως αμήχανα. Έτσι καταλάβαινε ο ίδιος, αλλά φοβόταν μήπως η ερώτηση ακουστεί γελοία.
«Γενικά, ναι. Μέχρι εκεί όμως. Συνήθως είναι πιο διακριτικοί. Ή εσύ είσαι πιο παρατηρητικός. Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς όμως εσύ».
Ο Κωστής έμεινε αμήχανος, όμως η περιέργειά του είχε φουντώσει.
«Συγνώμη αν γίνομαι αδιάκριτος, αλλά θέλετε να μου πείτε κάτι παραπάνω;»
«Τίποτα, παλιές ιστορίες. Απλώς κάποιοι έχουν κολλήσει στο παρελθόν και παίζουν ένα παιχνίδι που έχει τελειώσει».
Η κουβέντα τελείωσε κάπως απότομα και επέστρεψαν στο βιβλίο. Ο άντρας από το τραπεζάκι σηκώθηκε κι έφυγε και τη θέση του πήρε ένας νεαρός με μακριά μαλλιά. Ο Κωστής τον είδε και σκέφτηκε πως ίσως όλα αυτά να ήταν η ιδέα του και ο Λειβαδίτης να του έλεγε μισόλογα γιατί δεν είχε κάτι ουσιαστικό να του πει. Ο νεαρός άνοιξε μια τσάντα κι έβγαλε ένα τάμπλετ. Έπειτα, ο Κωστής δεν τον ξαναπρόσεξε.
Είχε πια μεσημεριάσει. Ο Λειβαδίτης πλήρωσε τους καφέδες και σηκώθηκαν. Περπάτησαν μαζί ως το μετρό του Συντάγματος κι ύστερα χωρίστηκαν. Κανόνισαν μόνο μια ακόμα συνάντηση, στο σπίτι αυτή τη φορά του Λειβαδίτη, για να του δώσει και ένα αντίγραφο, μιας και, με την εσπευσμένη έξοδο από το γραφείο του Κοκκινάκη, το αντίγραφο που θα έπαιρνε ο Κωστής είχε μείνει εκεί. Η συνάντηση θα γινόταν την επομένη.

Ο Κωστής επέστρεψε σπίτι. Παρήγγειλε φαγητό από ένα μαγειρείο κοντά στη γειτονιά του. Του άρεσε η γνωριμία με το Λειβαδίτη, του φάνηκε πολύ ενδιαφέρων τύπος. Βέβαια, το περιστατικό με την “παρακολούθηση” του είχε κεντρίσει περισσότερο το ενδιαφέρον. Το φαΐ ήρθε, το εξαφάνισε και μετά άφησε τη φαντασία του να οργιάσει μέχρι να έρθει ο Χάρης.
«Πώς πήγε;»
«Όλα καλά, πώς να πάει; Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι πολύ ωραίος τύπος κι έγινε κι ένα περίεργο περιστατικό».
«Καλά, επειδή σε βλέπω ότι θα μου τα πεις με κάθε λεπτομέρεια, πες μου πρώτα για τη Χριστίνα. Τι έγινε; Μιλήσατε;»
Το ύφος του Κωστή άλλαξε.
«Τώρα με γείωσες. Τίποτα δεν έγινε, τα τυπικά. Λίγα λόγια, αδιάφορο ύφος. Σαν να ήμουν απλώς κάποιος συνεργάτης, μη σου πω και χειρότερα. Τα πολύ τυπικά, γι’ αυτό άκου τι έγινε με τον παππού…».
Του αφηγήθηκε τι είπαν στον καφέ και φυσικά το περιστατικό με τον άντρα που μάλλον παρακολουθούσε το Λειβαδίτη.
«Ρε μήπως πρέπει να τα κόψεις όλα αυτά τα βιβλία και τις ταινίες;» του είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου.
«Δεν ξέρω. Το σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν η ιδέα μου. Κι εκείνος όμως μου φάνηκε πολύ έτοιμος. Πολύ φυσική η συμπεριφορά του, σα να ήταν κάτι συνηθισμένο γι’ αυτόν».
«Θα ‘χει πλάκα να σε κατάλαβε τι είσαι και να σε δουλεύει».
«Όχι, μεγαλύτερη πλάκα θα έχει να ήθελε να με τεστάρει και να μην του κάνω τελικά για το βιβλίο του».
«Μεταξύ μας, εγώ δε θα σου έδινα δικό μου κείμενο να το επιμεληθείς».
«Τώρα θα σου απαντούσα όπως σου αρμόζει, αλλά έχε χάρη που με φιλοξενείς».
«Καλά, για πες τώρα τι θα κάνουμε. Έχεις κατεβάσει τίποτα να δούμε;»
«Όλο και κάτι θα έχουμε στον υπολογιστή».
«Α, το έμαθες για τον Καλόγιαννη;»
«Τον Καλόγιαννη;»
«Το Θωμά, το δημοσιογράφο».
«Όχι, τι έγινε;»
«Πέθανε. Μάλλον σκοτώθηκε. Τον βρήκαν το πρωί, κατά τις δέκα είπαν στις ειδήσεις, στο σπίτι του».
«Άντε, ρε! Και ήταν ωραίος τύπος, τα έλεγε με το όνομά τους. Σκοτώθηκε είπες, πώς; Είπαν τίποτα;»
«Όχι προς το παρόν. Τον βρήκαν μαχαιρωμένο».
«Κάτσε, ρε συ, θα πάρω τον Πέτρο. Αυτός κάτι θα ξέρει, συνεργάζονταν στο περιοδικό. Κρίμα πάντως, ήταν πολύ καλός και μαχητικός».
«Έλα, Κωστή, τι λέει;», απάντησε ο Πέτρος.
«Καλά, εσύ; Μου είπε τώρα ο Χάρης για τον Καλόγιαννη και είπα να σε πάρω μήπως ξέρεις τίποτα».
«Άσ’ τα, φίλε. Δεν ξέρω τι ακριβώς παίχτηκε, αλλά δε νομίζω ότι είναι απλό το θέμα. Έχουμε και την κηδεία αύριο…»
«Θες να έρθεις από ‘δω να χαλαρώσεις κιόλας;»
«Καλώς, θα έρθω σε καμιά ώρα».
«ΟΚ, σε περιμένουμε. Να σου πω, εμείς ετοιμαζόμασταν να παραγγείλουμε τίποτα, θες;»
«Μπα, δεν καταβαίνει. Θα τα πούμε από κοντά».
Όντως, σε κάτι λιγότερο από μια ώρα, ο Πέτρος, φίλος του Κωστή από το στρατό και δημοσιογράφος, τους χτυπούσε το κουδούνι. Ο Χάρης άνοιξε την πόρτα και του έκανε νόημα να περάσει. Κάθισαν στο σαλονάκι γύρω από το τραπέζι. Το δωμάτιο μύριζε ακόμη σουβλάκια. Χαιρετήθηκαν με ένα νεύμα.
Ο Πέτρος άνοιξε την τηλεόραση κι έψαξε για ειδήσεις. Ο Χάρης έφερε μπύρες από την κουζίνα.
«Για πες, τι έγινε;»
«Τι να σας πω; Δεν ξέρουμε ακόμα καλά-καλά τι έχει γίνει. Η αδερφή του τον βρήκε το πρωί. Του χτυπούσε το κουδούνι αλλά τίποτα και μπήκε με το κλειδί της. Τον βρήκε φαρδύ-πλατύ στο πάτωμα δίπλα από το κρεβάτι του».
«Διάρρηξη;» ρώτησε ο Κωστής.
«Μπα, μάλλον δε λείπει κάτι. Όχι κάτι εμφανές τουλάχιστον. Τηλεόραση, υπολογιστής στη θέση τους. Και το σπίτι τακτοποιημένο, βρέθηκαν λεφτά. Το έχει κλείσει, εν τω μεταξύ, η αστυνομία το σπίτι και δεν μπορούμε να πάμε να δούμε κι ούτε μιλάνε».
«Καλά κι εσείς τι να δείτε;» ρώτησε ο Χάρης.
«Κοίτα, ο Θωμάς κάτι δούλευε τώρα τελευταία. Μεγάλο έλεγε και θα το δημοσιεύαμε στο περιοδικό και θέλουμε να δούμε τι υπάρχει. Τέλος πάντων, τι συζητάμε τώρα…;»
Σε κάποιο κανάλι οι ειδήσεις άρχιζαν. Ανακοινώθηκε ο θάνατος του Θωμά Καλόγιαννη. Το ρεπορτάζ μιλούσε για έγκλημα πάθους ίσως. Αποκαλυπτόταν πως ο δημοσιογράφος ήταν ομοφυλόφιλος και πως ο δολοφόνος ήταν εραστής του, πιθανότατα αλλοδαπός. Έτσι έλεγαν τουλάχιστον οι έγκυρες πηγές. Πηγές άλλου καναλιού ανέφεραν ότι μεταξύ των δύο εραστών υπήρχαν έντονες συγκρούσεις, μία από αυτές και η τελευταία ήταν εκείνη που κατέληξε στο θάνατο του δημοσιογράφου, έλεγαν άνθρωποι με δήθεν έκπληξη και συντριβή και απαιτούσαν με ένα δικό τους τρόπο να αποδοθεί δικαιοσύνη κι άλλοι μιλούσαν για χρήση ναρκωτικών ουσιών. Αυτό ήταν σχεδόν το μοναδικό θέμα ειδήσεων.
Ο Πέτρος είχε κοκκινίσει.
«Δεν ντρέπονται! Τι άλλο θα πουν;»
«Δεν ισχύουν αυτά που λένε;» ρώτησε ο Χάρης.
«Ναι, ήταν ομοφυλόφιλος. Οι πιο κοντινοί του το ξέραμε. Πάντα όμως ήταν ένας μαζεμένος άνθρωπος που δεν έδινε δικαιώματα. Όχι γιατί ντρεπόταν, όπως αφήνουν να εννοηθεί, αλλά γιατί θεωρούσε πολύ σωστά ότι δεν αφορά κανέναν άλλον εκτός από τον ίδιο η προσωπική του και η σεξουαλική του ζωή. Ακριβώς όπως δεν αφορούν κανέναν άλλον γενικότερα κάθε ανθρώπου. Αφήστε που δεν είχε καμία σχέση εδώ και κάνα χρόνο».
«Και τα ναρκωτικά;» ρώτησε ο Κωστής.
«Ναρκωτικά; Αυτό κι αν είναι γελοίο! Ο Θωμάς είχε μπλέξει παλιά, αλλά μια δεκαετία τουλάχιστον ήταν απόλυτα καθαρός. Εγώ δεν τον ήξερα βέβαια τότε, αλλά τον ήξερε και ο Μίλτος και η Ιωάννα και πολλοί άλλοι».
«Ο Μίλτος και η Ιωάννα;» ρώτησε ο Χάρης.
«Ναι, ρε, ο Γεωργίου, το αφεντικό μου και η Ηλιοπούλου, η γυναίκα του. Ρε μαλάκα, μήπως παίρνεις κι εσύ τίποτα όλη μέρα στο εργαστήριο;»
«Αν είχα βρει κάτι καλό, δεν θα σας έφερνα κι εσάς;»
Γέλασαν άκεφα. Έμειναν αμίλητοι για λίγο.
«Λοιπόν, παίδες, εγώ πρέπει να σας αφήσω. Έχω μπόλικο φόρτο και μάλλον θα πήξω κι άλλο στο άμεσο μέλλον. Θα σας πάρω να πάμε για κάνα καφέ μες στο ΣΚ».
Χαιρετήθηκαν και οι μέσα άκουσαν τον Πέτρο να βάζει μπρος τη μηχανή του και να φεύγει σπινάροντας.
«Ρε τους βρομιάρηδες. Τον σκίσανε τον άνθρωπο» είπε ο Χάρης.
«Λες να έχει να κάνει με αυτό που είπε ο Πέτρος ότι δούλευε;»
«Χοντρό, αλλά δεν αποκλείω τίποτα. Έχει ξαναγίνει ουκ ολίγες φορές».
«Τέλος πάντων, θα δείξει. Θες άλλη μπύρα;»
«Φέρε».
Κάθισαν, συνέδεσαν το HDMI και έβαλαν μια ταινία να χαζέψουν.

Αξιολογήσεις

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να κάνετε μια αξιολόγηση Συνδεθείτε εδώ